διαλαθούσας

διαλαθούσᾱς , διαλανθάνω
Acut. (Sp.)
aor part act fem acc pl (attic epic doric ionic)
διαλαθούσᾱς , διαλανθάνω
Acut. (Sp.)
aor part act fem gen sg (doric)
διαλᾱθούσᾱς , διαλανθάνω
Acut. (Sp.)
pres part act fem acc pl (attic epic doric ionic)
διαλᾱθούσᾱς , διαλανθάνω
Acut. (Sp.)
pres part act fem gen sg (doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • μικρότητα — και σμικρότητα, η (ΑΜ μικρότης και σμικρότης, Μ και μικρότητα [μικρός] η ιδιότητα τού μικρού, το να είναι κάποιος ή κάτι μικρός ή μικρό ως προς τις διαστάσεις ή την ποσότητα ή τη δύναμη («ἀνάγκη δὲ προαιρεῑσθαι τῶν εὐεργεσιών μὴ τὰς διὰ μικρότητα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.